Η Ισλανδία αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα για το πώς μπορεί να αλλάξει η οργάνωση της εργασίας χωρίς να πληγεί η οικονομική δραστηριότητα. Η χώρα εφάρμοσε καθολικά την 4ήμερη εργασία χωρίς μείωση μισθών και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, συνέχισε να καταγράφει ανάπτυξη, χαμηλή ανεργία και καλύτερες επιδόσεις στην παραγωγικότητα.
Τι δείχνει το ισλανδικό μοντέλο
Το βασικό στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ότι η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε από περικοπές στις αποδοχές ή στις παραγωγικές ώρες με την έννοια της συμπίεσης του κόστους για τους εργαζομένους. Αντίθετα, η Ισλανδία προχώρησε σε μια ευρύτερη εφαρμογή του μοντέλου, δίνοντας στην αγορά εργασίας ένα παράδειγμα που ενδιαφέρει επιχειρήσεις, συνδικάτα και κυβερνήσεις που αναζητούν πιο ευέλικτες λύσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται, η χώρα είδε το ΑΕΠ της να αυξάνεται κατά 4,1%. Το νούμερο αυτό έχει σημασία όχι μόνο για τη συζήτηση γύρω από το ωράριο, αλλά και για το κατά πόσο η αναδιοργάνωση της εργασίας μπορεί να συνδυαστεί με οικονομική μεγέθυνση.
Γιατί έχει σημασία για αγορές και επιχειρήσεις
Η περίπτωση της Ισλανδίας δείχνει ότι η συζήτηση για την τετραήμερη εργασία δεν αφορά μόνο το εργασιακό πεδίο, αλλά και τη συνολική ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Για τις επιχειρήσεις, το ζητούμενο είναι αν η μεγαλύτερη συγκέντρωση εργασίας σε λιγότερες ημέρες μπορεί να στηρίξει την παραγωγή, να περιορίσει την εξουθένωση και να βελτιώσει τη λειτουργικότητα των ομάδων.
Για τους εργαζομένους, το πιο άμεσο όφελος αφορά την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ενώ τα στοιχεία για την ψυχική υγεία προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στο ζήτημα. Η βελτίωση αυτή συνδέεται συχνά με υψηλότερη δέσμευση στην εργασία και μικρότερη απώλεια σε απόδοση.
Η χαμηλή ανεργία που καταγράφεται στην Ισλανδία ενισχύει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον γύρω από το μοντέλο. Σε μια περίοδο που πολλές οικονομίες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού, η αναζήτηση τρόπων βελτίωσης της παραγωγικότητας χωρίς αύξηση της πίεσης στους εργαζομένους αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Η εμπειρία της Ισλανδίας δεν σημαίνει ότι το ίδιο μοντέλο μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε κάθε αγορά. Ωστόσο, προσφέρει ένα καθαρό παράδειγμα για το πώς η οργάνωση του χρόνου εργασίας μπορεί να γίνει μέρος της οικονομικής πολιτικής και να επηρεάσει τη συζήτηση για μισθούς, απόδοση και ποιότητα εργασίας.
Για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, το ζήτημα έχει και θεσμική διάσταση, καθώς τέτοιες πρακτικές δοκιμάζουν τα όρια μεταξύ ευελιξίας και προστασίας της απασχόλησης. Η Ισλανδία, με την καθολική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας χωρίς μείωση μισθών, μπαίνει έτσι στο επίκεντρο μιας συζήτησης που πιθανότατα θα επανέλθει έντονα και σε άλλες χώρες.