Εθνική Τράπεζα: Αύξηση 42% στα κέρδη μετά από φόρους

Αύξηση 42% στα κέρδη μετά από φόρους από συνεχιζόμενες δραστηριότητες σε επίπεδο Ομίλου, στα €578 εκατ., ανακοίνωσε για το α' τρίμηνο η Εθνική Τράπεζα.

Οπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση:

– Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 6% σε ετήσια βάση, σε €294 εκατ., αντανακλώντας το όφελος από τη συμμετοχή της ΕΤΕ στο Πρόγραμμα Συναλλαγών Μακροχρόνιας Αναχρηματοδότησης (TLTRO III) και την ανατιμολόγηση των καταθέσεων προθεσμίας. Το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης αντιστάθμισε τη μείωση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων από Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΑ), λόγω της εξυγίανσης του δανειακού χαρτοφυλακίου της ΕΤΕ.

– Παρά τη διατήρηση του γενικού απαγορευτικού κατά το Α’ τρίμηνο 2021, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 1% σε ετήσια βάση στα €67 εκατ.

– Η σημαντική περιστολή των λειτουργικών δαπανών στην Ελλάδα (-9% σε ετήσια βάση) αντανακλά την εντυπωσιακή αποκλιμάκωση των δαπανών προσωπικού (-17% σε ετήσια βάση). Ο δείκτης κόστους προς οργανικά έσοδα σημείωσε εντυπωσιακή βελτίωση κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και διαμορφώθηκε στο 52,1% κατά το Α’ τρίμηνο 2021

– Τα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπά έσοδα διαμορφώθηκαν σε €491 εκατ. το Α’ τρίμηνο 2021, ενσωματώνοντας υψηλά μη επαναλαμβανόμενα κέρδη σχετιζόμενα με την ανταλλαγή και την πώληση Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ)

– Προβλέψεις απομείωσης ύψους €77 εκατ. το Α’ τρίμηνο 2021, ήτοι 114μ.β. επί του μέσου όρου δανείων μετά από προβλέψεις, σε επίπεδα σύμφωνα µε το στόχο που έχει θέσει η Τράπεζα για το 2021

– Τα οργανικά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 42% σε ετήσια βάση, σε €95 εκατ., θέτοντας τις βάσεις για την επίτευξη του στόχου της ΕΤΕ για οργανικά κέρδη ύψους €490 εκατ. σε επίπεδο Ομίλου το 2022.

Η μείωση των ΜΕΑ στην Ελλάδα συνεχίστηκε, με το υπόλοιπο ΜΕΑ να αγγίζει τα €4 δισ. (ήτοι €1,5 δισ. μετά από προβλέψεις)

– Η οργανική μείωση ΜΕΑ διατηρήθηκε κατά το Α’ τρίμηνο 2021, συντελώντας στη μείωση ΜΕΑ σε €4,1 δισ., εκ των οποίων τα ρυθμισμένα ΜΕΑ που παρουσιάζουν καθυστέρηση κάτω των 30 ημερών ανέρχονται σε €1,5 δισ. (37% του συνόλου)

– Ο δείκτης ΜΕΑ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 13,3% (μείωση κατά 50μ.β. σε τριμηνιαία βάση) και σε 13,1%1 σε επίπεδο Ομίλου o Στην Ελλάδα, ο δείκτης κάλυψης ΜΕΑ από σωρευμένες προβλέψεις αυξήθηκε κατά 200μ.β. περίπου σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, σε 64,8%

– Η κατάσταση πληρωμών των πελατών που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα διευκόλυνσης καταβολής οφειλών παραμένει ενθαρρυντική, καθώς <7% των εν λόγω πελατών παρουσιάζει μικρή καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών), ενώ τα δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς αθέτησης πληρωμών (άνω των 90 ημερών) είναι αμελητέα (<2%)

– Η Τράπεζα συνεχίζει να προσφέρει τα κατάλληλα προϊόντα στους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προσωρινές οικονομικές δυσκολίες μετά τη λήξη των προγραμμάτων διευκόλυνσης καταβολής οφειλών λόγω της κρίσης του κορωνοϊού, με τα δάνεια που έχουν υπαχθεί σε στοχευμένα προγράμματα διευκόλυνσης οφειλών της ΕΤΕ να ανέρχονται σε μόλις €0,3 δισ.

Δείκτης CET1 στο 16,1%2, με το Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας να ανέρχεται σε 17,1%

– Ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 16,1%, ενσωματώνοντας την επίπτωση για το 2021 του ΔΠΧΑ 9 το Α’ τρίμηνο 2021. Με πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9 (fully loaded), ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 14,0%

– Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανήλθε σε 17,1%2 και υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις3 για το 2021 κατά τουλάχιστον 600μ.β.

– Η ολοκλήρωση της συναλλαγής Frontier και της πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής θα ενισχύσει τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας της Τράπεζας κατά περίπου 170μ.β. σε 18,8%

– H Τράπεζα έχει ήδη εκπληρώσει τον ενδιάμεσο δεσμευτικό στόχο (01.1.2022) της υποχρέωσης διεύρυνσης των κεφαλαίων δεύτερης διαβάθμισης (Minimum Required Eligible Liabilities – MREL) μέσω της έκδοσης του πράσινου ομολόγου υψηλής εξασφάλισης

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Πολ Μυλωνάς δήλωσε:

«Παρά την παράταση των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, η ΕΤΕ ξεκίνησε τη χρονιά με ένα ισχυρό τρίμηνο. Η δυναμική αυτή τάση αντανακλά το επιτυχημένο Πρόγραμμα Μετασχηματισμού μας που συμπληρώνει φέτος το 3ο έτος του, τη μεγάλη απήχηση του ονόματός μας, και τη δέσμευση των ανθρώπων μας.

Ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα καταγράφηκαν σε όλους τους βασικούς τομείς της επιχειρηματικής μας δραστηριότητας: κερδοφορία, ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και κεφαλαιακή επάρκεια. Όσον αφορά στην κερδοφορία, επιτύχαμε αξιοσημείωτα αποτελέσματα, με τα κέρδη μετά από φόρους του τριμήνου να ανέρχονται σε €560 εκατ., αντανακλώντας τη συνεχή βελτίωση σε όλες τις λειτουργικές γραμμές των αποτελεσμάτων μας, καθώς και τα ισχυρά κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις.

Τα οργανικά κέρδη του Ομίλου για το Α’ τρίμηνο 2021 ανήλθαν σε €95 εκατ., σημειώνοντας αύξηση κατά 42% σε ετήσια βάση, αντικατοπτρίζοντας τα υψηλότερα οργανικά έσοδα και τις αισθητά μειωμένες λειτουργικές δαπάνες, με το δείκτη κόστους προς οργανικά έσοδα να διαμορφώνεται στο 52%, βελτιωμένος κατά σχεδόν 9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Αναφορικά με την ποιότητα του δανειακού μας χαρτοφυλακίου, τα ΜΕΑ στην Ελλάδα ανέρχονται πλέον σε €4,1 δισ., επιτυγχάνοντας περαιτέρω μείωση σε σύγκριση με το τέλος του 2020, με την Τράπεζα να διατηρεί την οργανική μείωση ΜΕΑ, παρά τη δυσχερή συγκυρία της πανδημίας.

Μετά τη λήξη όλων των μέτρων διευκόλυνσης καταβολής οφειλών στο τέλος του 2020, η κατάσταση πληρωμών των πελατών που είχαν ενταχθεί στα προγράμματα αυτά παραμένει ενθαρρυντική, καθώς ένα ποσοστό χαμηλότερο του 7% των εν λόγω πελατών παρουσιάζει μικρή καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών), ενώ τα ανοίγματα που κατηγοριοποιούνται ως μη εξυπηρετούμενα είναι εξαιρετικά περιορισμένα, σε επίπεδα χαμηλότερα του στόχου που είχε θέσει η Τράπεζα για το 2021.

Το Α’ τρίμηνο 2021, ο δείκτης κάλυψης ΜΕΑ από σωρευμένες προβλέψεις αυξήθηκε κατά περίπου 200 μ.β. σε τριμηνιαία βάση, αγγίζοντας το 65%, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται στις 114 μ.β.

Όσον αφορά στην κεφαλαιακή μας επάρκεια, βελτιώσαμε την ήδη ισχυρή κεφαλαιακή μας θέση, με τον δείκτη CET1 και τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας να ανέρχονται σε 16,1% και 17,1% αντίστοιχα, αυξημένοι κατά 40 μ.β. περίπου σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω κατά 170 μ.β. περίπου, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής Frontier και την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής τους επόμενους μήνες.

Με το πρόγραμμα των εμβολιασμών στην Ελλάδα να επιταχύνεται ραγδαία και τους περιορισμούς στις μετακινήσεις να έχουν αρθεί, η ελληνική οικονομία αναμένεται να ανακάμψει με γοργούς ρυθμούς κατά τα επόμενα τρία τρίμηνα του έτους. Επιπλέον, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (RRF) αποτελεί μοναδική ευκαιρία όσον αφορά τη μεταβολή της δομής της ελληνικής οικονομίας προς την κατεύθυνση μιας πιο δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης.

Εν όψει των αισιόδοξων αυτών προοπτικών, εργαζόμαστε με αφοσίωση ώστε να αναδείξουμε την ΕΤΕ ως μια Τράπεζα με ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, κερδοφορία και Ισολογισμό, παρέχοντας στους πελάτες μας προστιθέμενη αξία και στηρίζοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας, καθιστώντας την ΕΤΕ την τράπεζα πρώτης επιλογής στην Ελλάδα».