Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει εξελιχθεί σε έναν ακόμη οικονομικό πονοκέφαλο για τις επιχειρήσεις, με το κόστος για τις πολυεθνικές εταιρείες να ξεπερνά ήδη τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι επιπτώσεις εξαπλώνονται σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, από τις αεροπορικές εταιρείες και τις αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι τις βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών και τα fast food.
Η νέα γεωπολιτική κρίση έρχεται να προστεθεί στις ήδη σοβαρές αναταράξεις που προκάλεσαν η πανδημία COVID-19 και ο πόλεμος στην Ουκρανία, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις αλυσίδες εφοδιασμού, το ενεργειακό κόστος και την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Ενεργειακό σοκ και ασφυξία στις εμπορικές διαδρομές
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη. Ο περιορισμός της ναυσιπλοΐας από το Ιράν έχει προκαλέσει εκρηκτική άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες ξεπέρασαν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι – περισσότερο από 50% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.
Η εξέλιξη αυτή έχει φέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες μεταφορές και στη βιομηχανία. Οι ναύλοι αυξάνονται, οι εμπορικές διαδρομές διαταράσσονται, και βασικές πρώτες ύλες, όπως λιπάσματα, αλουμίνιο, ήλιο και πολυαιθυλένιο, γίνονται ακριβότερες και δυσκολότερα διαθέσιμες.
Σύμφωνα με την έρευνα, τουλάχιστον 279 εταιρείες εισηγμένες σε χρηματιστήρια των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ασίας έχουν ήδη ανακοινώσει μέτρα άμυνας απέναντι στην κρίση. Οι κινήσεις αυτές περιλαμβάνουν αυξήσεις τιμών, περιορισμό παραγωγής, αναστολή μερισμάτων, περικοπές δαπανών και πάγωμα επαναγοράς ιδίων μετοχών.
Οι αεροπορικές πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα
Τον μεγαλύτερο λογαριασμό μέχρι στιγμής φαίνεται να πληρώνει ο αεροπορικός κλάδος. Οι αεροπορικές εταιρείες εκτιμούν ότι το επιπλέον κόστος καυσίμων έχει ήδη φτάσει τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό τριπλάσιο από εκείνο που αντιμετωπίζουν μαζί οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι εταιρείες καταναλωτικών αγαθών.
Η εκτόξευση των καυσίμων επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία των αερομεταφορών, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους και αναγκάζοντας πολλές εταιρείες να μετακυλίσουν το κόστος στους επιβάτες μέσω ακριβότερων εισιτηρίων και πρόσθετων χρεώσεων.
Παράλληλα, ο παρατεταμένος πόλεμος ενισχύει τους φόβους για νέα επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς η κατανάλωση εμφανίζει ήδη σημάδια κόπωσης.
Αυτοκινητοβιομηχανίες και καταναλωτικά αγαθά σε πίεση
Η κρίση χτυπά έντονα και τη βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών. Η ιαπωνική Toyota προειδοποίησε για απώλειες ύψους 4,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Procter & Gamble εκτιμά πως τα καθαρά της κέρδη θα μειωθούν κατά περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Whirlpool, Marc Bitzer, δήλωσε ότι το επίπεδο επιβράδυνσης θυμίζει την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει στο μισό τις προβλέψεις της για το σύνολο του έτους και να αναστείλει τη διανομή μερίσματος.
Όπως εξήγησε, οι καταναλωτές αποφεύγουν πλέον τις μεγάλες αγορές και στρέφονται περισσότερο στην επισκευή παλαιών συσκευών αντί για αντικατάσταση, μια ένδειξη της πίεσης που δέχονται τα νοικοκυριά από τον πληθωρισμό.
Νέο κύμα ανατιμήσεων σε όλη την αγορά
Περίπου 40 βιομηχανικές και χημικές εταιρείες έχουν ήδη ανακοινώσει ότι προχωρούν σε αυξήσεις τιμών εξαιτίας της ανόδου του κόστους των πετροχημικών προϊόντων.
Η Newell Brands υπολογίζει ότι κάθε αύξηση κατά 5 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου προσθέτει περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια στο λειτουργικό της κόστος.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η γερμανική εταιρία ελαστικών Continental, η οποία προβλέπει ζημιές τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων ευρώ λόγω της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών. Η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά πως οι πλήρεις συνέπειες θα φανούν κυρίως στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίουν συνεχώς το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές αρχίζει να εξαντλείται. Αυτό σημαίνει ότι τα περιθώρια κέρδους ενδέχεται να δεχθούν ισχυρό πλήγμα τους επόμενους μήνες.
Η Ευρώπη στο επίκεντρο της κρίσης
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς η περιοχή είχε ήδη υψηλό ενεργειακό κόστος πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Μεγάλος αριθμός εταιρειών από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη έχει ήδη ανακοινώσει προγράμματα περιορισμού δαπανών ή αυξήσεις τιμών.
Αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι οι εταιρείες του ευρωπαϊκού δείκτη STOXX 600 θα αντιμετωπίσουν σημαντική πίεση στα περιθώρια κέρδους από το δεύτερο τρίμηνο, καθώς εξαντλούνται τα εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, η UBS προειδοποιεί ότι κλάδοι όπως τα αυτοκίνητα, οι τηλεπικοινωνίες και τα οικιακά προϊόντα αντιμετωπίζουν αρνητικές αναθεωρήσεις κερδών άνω του 5% για τους επόμενους 12 μήνες.
Τα χειρότερα ίσως δεν έχουν φανεί ακόμη
Παρά την έντονη ανησυχία, τα εταιρικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου παρέμειναν σχετικά ισχυρά, κάτι που βοήθησε χρηματιστηριακούς δείκτες όπως ο S&P 500 να κινηθούν σε υψηλά επίπεδα.
Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν πως ο πραγματικός αντίκτυπος της κρίσης δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών. Τα περιθώρια καθαρού κέρδους ήδη μειώνονται σε αρκετούς κλάδους, ενώ οι εκτιμήσεις για την κερδοφορία του δεύτερου εξαμήνου αναθεωρούνται διαρκώς προς τα κάτω.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Cordoba Advisory Partners, Rami Sarafa, προειδοποίησε ότι η μεγάλη πτώση των εταιρικών κερδών βρίσκεται ακόμη μπροστά. Εάν η σύγκρουση παραταθεί και οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι πιέσεις στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές αναμένεται να ενταθούν ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας νέους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.


































