Νέα πίεση δέχεται ο κλάδος των δημόσιων έργων, καθώς οι εργοληπτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εταιρείες με ανεκτέλεστο και αναληφθέντα έργα άνω των 18 δισ. ευρώ ζητούν αναθεώρηση των δημοσίων συμβάσεων. Αιτία είναι το κύμα ανατιμήσεων σε βασικά υλικά κατασκευής, το οποίο, σύμφωνα με την αγορά, έχει ήδη αλλάξει σημαντικά το κόστος εκτέλεσης των έργων.
Οι οργανώσεις επικαλούνται συνθήκες ανωτέρας βίας και ζητούν να προσαρμοστούν οι όροι των συμβάσεων ώστε να αντανακλούν τις νέες τιμές. Το αίτημα αφορά άμεσα τόσο τα μεγάλα έργα υποδομής όσο και μικρότερες αναθέσεις που επηρεάζονται από το ίδιο περιβάλλον κόστους.
Πού εντοπίζονται οι μεγαλύτερες αυξήσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, οι αυξήσεις στα υλικά φτάνουν έως και το 35%, με επιπτώσεις σε κρίσιμες κατηγορίες του κατασκευαστικού κόστους. Στο επίκεντρο βρίσκονται προϊόντα και πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται ευρέως στα δημόσια έργα, γεγονός που δυσκολεύει τον αρχικό προϋπολογισμό και πιέζει τα περιθώρια των αναδόχων.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις εργοληπτικές εταιρείες. Εφόσον οι πιέσεις αυτές περάσουν στις νέες συμβάσεις ή στις αναθεωρήσεις των υφιστάμενων, μπορεί να επηρεαστούν οι χρόνοι υλοποίησης, οι τελικές δαπάνες των έργων και η ταχύτητα απορρόφησης των κονδυλίων, ειδικά σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τις τιμές.
Παράλληλα, η ανησυχία συνδέεται και με τον πληθωρισμό, καθώς οι ανατιμήσεις στα δομικά υλικά προσθέτουν ένα ακόμη βάρος στο συνολικό κόστος της οικονομίας. Για τις επιχειρήσεις του κλάδου, το ζητούμενο είναι να υπάρξει μηχανισμός που θα μειώνει τον κίνδυνο από τις απότομες μεταβολές τιμών χωρίς να παγώνουν οι διαγωνισμοί και οι αναθέσεις.
Στο φόντο αυτής της συζήτησης βρίσκεται και το κόστος των καυσίμων, το οποίο παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τα μεταφορικά και την εφοδιαστική αλυσίδα των εργοταξίων. Όταν το καύσιμο ακριβαίνει, το συνολικό κόστος ενός έργου ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, από τη μεταφορά υλικών έως τη λειτουργία του μηχανικού εξοπλισμού.
Για το Δημόσιο, το αίτημα των εργοληπτών ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πώς θα εξισορροπηθεί η ανάγκη τήρησης των προϋπολογισμών με τη βιωσιμότητα των αναδόχων. Σε μια περίοδο που τα έργα αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης και επενδύσεων, η σταθερότητα των συμβάσεων αποκτά άμεση σημασία για το πότε και με ποιο κόστος θα προχωρήσουν οι επόμενες φάσεις.
Η εξέλιξη παρακολουθείται στενά από εταιρείες, προμηθευτές υλικών και αναθέτουσες αρχές, καθώς κάθε αλλαγή στους κανόνες αναθεώρησης μπορεί να επηρεάσει την πορεία ενός κλάδου με μεγάλη βαρύτητα στην απασχόληση και στις δημόσιες επενδύσεις.